EY: Κενά στην κυβερνοασφάλεια των επιχειρήσεων εξαιτίας της πανδημίας

382

Η υιοθέτηση της τηλεργασίας και άλλων νέων τρόπων ευέλικτης εργασίας ως αποτέλεσμα της πανδημίας, άφησε τις επιχειρήσεις εκτεθειμένες σε περισσότερες και περιπλοκότερες κυβερνοεπιθέσεις, στρέφοντας την προσοχή στις υποχρηματοδοτούμενες υποδομές για την κυβερνοασφάλεια τους, σύμφωνα με την πρόσφατη παγκόσμια έρευνα της Ernst &Young, Global Information Security Survey 2021 (GISS).

Η φετινή έκδοση της έρευνας, εξετάζει τις απόψεις περισσοτέρων από 1.000 επικεφαλής κυβερνοασφάλειας παγκοσμίως –συμπεριλαμβανομένης και της Ελλάδας. Aποκαλύπτει ότι το 56% παρέκαμψαν διαδικασίες κυβερνοασφάλειας, για να διευκολύνουν τη μετάβαση στην τηλεργασία ή σε ένα ευέλικτο μοντέλο εργασίας. Παράλληλα, οι επικεφαλής κυβερνοασφάλειας δηλώνουν πιο προβληματισμένοι από ποτέ σχετικά με τη δυνατότητά τους να διαχειριστούν τις κυβερνοαπειλές (43%). Το 77% (σε σύγκριση με 59% πέρυσι) καταγγέλλουν αυξημένο αριθμό κυβερνοεπιθέσεων τους τελευταίους 12 μήνες, όπως επιθέσεις τύπου ransomware.

ΟΕΕ 3.500 εργαζόμενους

Οι προϋπολογισμοί δε συμβαδίζουν με τις πραγματικές ανάγκες κυβερνοασφάλειας

Παρά τον αυξανόμενο αριθμό κυβερνοαπειλών, οι προϋπολογισμοί κυβερνοασφάλειας παραμένουν περιορισμένοι σε σχέση με τον συνολικό προϋπολογισμό του IT. Οι οργανισμοί όσων συμμετείχαν στην έρευνα είχαν μέσα έσοδα της τάξης των $11 δισ. κατά το προηγούμενο οικονομικό έτος. Εντούτοις, οι μέσες επενδύσεις στην κυβερνοασφάλεια ανήλθαν σε μόλις $5,28 εκατ.

Σχεδόν τέσσερις στους δέκα (39%) ερωτηθέντες προειδοποιούν ότι ο προϋπολογισμός για την κυβερνοασφάλεια των επιχειρήσεών τους, δεν επαρκεί ούτως ώστε να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που αναδύθηκαν τους τελευταίους 12 μήνες. Το ίδιο ποσοστό δηλώνουν ότι τα έξοδα για την κυβερνοασφάλεια δεν υπολογίζονται στις στρατηγικές επενδύσεις. Για παράδειγμα, αναφέρουν τον μετασχηματισμό της εφοδιαστικής αλυσίδας του IT.

Παράλληλα, το 36% ανησυχούν ότι είναι θέμα χρόνου μέχρι ο οργανισμός τους να πέσει θύμα ενός μεγάλου περιστατικού παραβίασης. Κάτι που θα μπορούσε να αποφευχθεί εάν είχαν γίνει περισσότερες επενδύσεις σε συστήματα κυβερνοασφάλειας.

Η οικοδόμηση σχέσεων με τη διοικητική ομάδα, μπορεί να μετατρέψει την κρίση σε ευκαιρία

Οι σχέσεις μεταξύ των επικεφαλής κυβερνοασφάλειας και των άλλων τμημάτων της επιχείρησης, δεν είναι ιδιαιτέρως δυνατές ή θερμές.

Οι επικεφαλής κυβερνοασφάλειας που συμμετείχαν στην έρευνα (41%) περιγράφουν τη σχέση τους με το τμήμα marketing ως «αρνητική». Το 28% δηλώνουν ότι οι σχέσεις τους με τους ιδιοκτήτες της επιχείρησης είναι κακή. Ως αποτέλεσμα, μόλις 19% πιστεύουν ότι η ομάδα κυβερνοασφάλειας εμπλέκεται στον σχεδιασμό νέων επιχειρηματικών πρωτοβουλιών, σε σχέση με 36% πέρυσι. Επιπλέον, μόνο 25% θεωρούν ότι τα ανώτατα διοικητικά στελέχη θα περιέγραφαν τη διεύθυνση κυβερνοασφάλειας της επιχείρησής τους ως «εμπορικά προσανατολισμένη».

Σχολιάζοντας τα ευρήματα της έρευνας, ο κος Παναγιώτης Παπαγιαννακόπουλος, Εταίρος στο Τμήμα Συμβουλευτικών Υπηρεσιών της EY Ελλάδος και Επικεφαλής Υπηρεσιών Κυβερνοασφάλειας, Προστασίας Δεδομένων και Ιδιωτικότητας της EY στη Νοτιοανατολική Ευρώπη, δήλωσε: «Η ταχύτητα με την οποία χρειάστηκε να ανταποκριθούν οι επιχειρήσεις στα νέα δεδομένα που δημιούργησε η πανδημία, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την τηλεργασία, αύξησε σημαντικά την έκθεσή τους σε ενδεχόμενες κυβερνοεπιθέσεις. Καθώς το νέο μοντέλο απομακρυσμένης εργασίας φαίνεται να παγιώνεται και μετά την πανδημία, είναι επιτακτική ανάγκη να ενταθούν τα μέτρα κυβερνοασφάλειας και να προσαρμοστούν στη νέα κανονικότητα. Παγκοσμίως, αλλά και στην Ελλάδα, οι επικεφαλής κυβερνοασφάλειας οφείλουν να ευαισθητοποιήσουν τους CEOs και τα λοιπά μέλη της διοικητικής ομάδας για την ανάγκη αυτή, τους σχετικούς κινδύνους και τα οφέλη από μια αύξηση του σχετικού προϋπολογισμού. Οι διοικήσεις των επιχειρήσεων θα πρέπει να αντιληφθούν την κρισιμότητα της κυβερνοασφάλειας στη μελλοντική επιτυχία του οργανισμού τους. Η ενίσχυση της κυβερνοασφάλειας είναι πλέον στοιχείο διαφοροποίησης και όχι τροχοπέδη».

In this article